RSS Spacer
Ελληνικά Spacer - Spacer Türkçe Spacer - Spacer English
Κυπριακή Δημοκρατία

Τμήμα Δεύτερον-Κοινοβουλευτική Διαδικασία

Κεφάλαιον Α΄ Συζήτησις και Αγόρευσις εν τη Βουλή

Αγόρευσις Βουλευτού εκ της θέσεώς του.

20. Αγορεύσεις επί θέματος τάξεως ή διαδικασίας, περιλαμβανομένων θεμάτων ερμηνείας ή εφαρμογής του Κανονισμού, δύνανται να γίνωνται ουχί από του βήματος της Βουλής αλλά από της θέσεως του Βουλευτού. Ωσαύτως ο Πρόεδρος δύναται να επιτρέψη εις οιονδήποτε Βουλευτήν δι’ οιονδήποτε επαρκή λόγον να αγορεύση από της θέσεώς του.

21. Ο Βουλευτής ζητεί προφορικήν άδειαν διά να αγορεύση δι’ ανατάσεως της χειρός.

Κλήσις υπό Προέδρου προς αγόρευσιν.

22. Οι Βουλευταί αγορεύουν αφού κληθούν προς τούτο υπό του Προέδρου.

Ταυτόχρονος ζήτησις αδείας δι΄ αγόρευσιν.

23. Εάν δύο ή πλείονες Βουλευταί ζητήσουν ταυτοχρόνως τον λόγον, ο Πρόεδρος καλεί διά να αγορεύση τον Βουλευτήν τον οποίον ούτος αντελήφθη πρώτον.

Αγόρευσις πλέον ή άπαξ επί ενός και του αυτού θέματος.

24. Ουδείς Βουλευτής δύναται, πλην κατόπιν αδείας του Προέδρου, να αγορεύση πλέον ή άπαξ επί ενός και του αυτού θέματος, εκτός εάν: 

(α) θα επεξηγήση ουσιώδες τι μέρος της αγορεύσεώς του το οποίον παρηρμηνεύθη ή εγένετο αντικείμενον επικρίσεως υπό άλλου Βουλευτού χωρίς, εν τούτοις, να εισαγάγη νέον θέμα,

(β) είναι ο εισηγητής προτάσεως ή τροποποιήσεως επί ουσίας και ουχί επί τύπου.

(γ) είναι ο Βουλευτής όστις εισήγαγε την υπό συζήτησιν πρότασιν νόμου ή είναι εισηγητής εγγραφέντος προς συζήτησιν θέματος.

(δ) είναι Βουλευτής αγορεύων εκ μέρους της Επιτροπής προς την οποίαν το νομοσχέδιον, η πρότασις νόμου ή το εγγραφέν θέμα παρεπέμφθη, εν πρώτοις, προς συζήτησιν.

(ε) θα αντικρούση ή σχολιάση επιχειρηματολογίαν ή θα ομιλήση ή τοποθετηθή επί εγερθέντος νέου σημείου ή νέας θέσεως προκυψάσης εκ της αγορεύσεως Βουλευτού τινος.

(στ) θα απαντήση εις προσωπικήν επίθεσιν γενομένην κατ’ αυτού υπό προλαλήσαντος Βουλευτού.

Υποστήριξις προτάσεως ή τροποποιήσεως υπό Βουλευτού.

25. Οιοσδήποτε Βουλευτής δύναται να υποστηρίξη πρότασιν ή τροποποίησίν τινα γενομένην ή προταθείσαν υπό ετέρου Βουλευτού εγειρόμενος της θέσεώς του και δηλών ότι προτίθεται να υποστηρίξη την τοιαύτην πρότασιν ή τροποποίησιν. Η τοιαύτη δήλωσις δεν θα λογίζεται ως αγόρευσις επί της προτεινομένης προτάσεως ή τροποποιήσεως.

Ανάγνωσις αγορεύσεων, περιορισμοί, κτλ.

26. Ο Βουλευτής δεν αναγινώσκει την αγόρευσίν του, αλλά δύναται να αναγινώσκη αποσπάσματα από βιβλία ή έγγραφα προς υποστήριξιν της επιχειρηματολογίας του, δύναται δε επίσης να υποβοηθήση την μνήμην του δι’ αναφοράς εις σημειώσεις:

Νοείται ότι Βουλευτής δύναται να αγορεύη εκ χειρογράφου εις τας περιπτώσεις- 

(α) εισηγητικών αγορεύσεων επί προτάσεως νόμου ή εγγραφέντος θέματος ή απαντήσεων εις ταύτας,

(β) αγορεύσεων επί του Προϋπολογισμού, και 

(γ) δηλώσεων των εν τη Βουλή Αρχηγών των κομμάτων ή των Κοινοβουλευτικών Εκπροσώπων αυτών ή Βουλευτού.

Μη παρέκκλισις εκ του θέματος.

27. Ο Βουλευτής, όταν καλήται να αγορεύση, κατευθύνει την αγόρευσίν του εις το κατά την στιγμήν εκείνην υπό συζήτησιν θέμα ή εις πρότασιν ή τροποποίησιν την οποίαν προτίθεται να εισηγηθή ή υποστηρίξη ή εις ζήτημα τάξεως. ΄Οταν, όμως, ο Βουλευτής παρεκκλίνη του θέματος, ο Πρόεδρος υπενθυμίζει τούτον ότι πρέπει να αγορεύη επί του θέματος.

Αγόρευσις επί θέματος εκκρεμούντος ενώπιον Δικαστηρίου.

28. Ο Βουλευτής κατά την αγόρευσίν του όταν αύτη αναφέρεται εις οιονδήποτε ζήτημα εκκρεμούν ενώπιον Δικαστηρίου δέον όπως αγορεύη κατά τρόπον ώστε να μην επηρεάζεται η δικαία εκδίκασις τούτου.

Θέμα εκτός τάξεως.

29. Πάσα απόπειρα επανεξετάσεως οιουδήποτε ειδικού θέματος επί του οποίου απεφάνθη η Βουλή διαρκούσης της τρεχούσης συνόδου θεωρείται εκτός τάξεως, εκτός εάν νέα στοιχεία ή συνθήκαι δικαιολογούσι τούτο.

Διακοπή Βουλευτού.

30. Ουδείς Βουλευτής διακόπτει έτερον Βουλευτήν εκτός εάν: (α) θα εγείρη θέμα διαδικασίας ή επεμβαίνη διά λόγους τάξεως. ή (β) θα διευκρινίση ζήτημά τι εγερθέν υπό του αγορεύοντος Βουλευτού, τη συγκαταθέσει τούτου, και αφού εν εκατέρα περιπτώσει κληθή προς τούτο υπό του Προέδρου.

Αναβολή συζητήσεως θέματος της ημερησίας διατάξεως.

31. Συζήτησις αναφερόμενη εις οιονδήποτε θέμα της ημερησίας διατάξεως δύναται να αναβληθή διά την επομένην συνεδρίαν της Βουλής τη αιτήσει της πλειοψηφίας των παρόντων κατά την συνεδρίασιν Βουλευτών.

Ολοκλήρωσις συζητήσεως θέματος και υποβολή του εις ψηφοφορίαν. 

32. Ο Πρόεδρος δεν αποδέχεται οιανδήποτε πρότασιν υφ’ οιουδήποτε Βουλευτού αιτούντος όπως το ζήτημα υποβληθή εις την Βουλήν διά ψηφοφορίαν εκτός εάν- 

(α) το ζήτημα συνεζητήθη πλήρως, και 

(β) αποδοχή τοιαύτης αιτήσεως δεν θα ήτο αντίθετος ή δεν θα απετέλει παράβασιν οιασδήποτε διατάξεως του Κανονισμού. 

Διαδικασία θέσεως προτάσεως εις ψηφοφορίαν.

33. Ο Πρόεδρος αφού εφαρμόση τας προνοίας της προηγουμένης διατάξεως δύναται να υποβάλη εις την Βουλήν την πρότασιν όπως το "ζήτημα" τεθή ενώπιον της Βουλής διά ψηφοφορίαν. Εν τοιαύτη περιπτώσει, θέλει επιτραπή εις δύο Βουλευτάς, έναν υπέρ της προτάσεως και έναν εναντίον της προτάσεως, όπως αγορεύσωσιν έκαστος ουχί πέραν των δέκα πέντε λεπτών. Η Βουλή αποφασίζει ακολούθως επί της προτάσεως άνευ περαιτέρω συζητήσεως και άνευ οιασδήποτε τροποποιήσεως.

Απόφασις επί τερματισμού συζητήσεως. 

34. Απόφασις επί προτάσεως τερματισμού της συζητήσεως λαμβάνεται διά πλειοψηφίας των 2/3 των παρόντων και ψηφιζόντων Βουλευτών. 

Τήρησις του Κανονισμού υπό Βουλευτών.

35. Κατά τας συνεδριάσεις της Βουλής και των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών οι Βουλευταί υποχρεούνται να τηρούν και εφαρμόζουν τας διατάξεις του Κανονισμού και επιδεικνύουν τον οφειλόμενον σεβασμόν προς το Σύνταγμα και τας λειτουργίας της Πολιτείας. 

Συμπεριφορά Βουλευτών εις τας συνεδριάσεις της Βουλής.

36. Διαρκούσης της συνεδριάσεως της Βουλής οι Βουλευταί οφείλουν

(α) να εμφανίζωνται και συμπεριφέρωνται κατά τρόπον ανταποκρινόμενον προς τον χώρον, το επιτελούμενον έργον και την αποστολήν της Βουλής. 

(β) να αποφεύγουν ενεργείας παρενοχλούσας την άνετον διεξαγωγήν των εργασιών της Βουλής και 

(γ) να αποφεύγουν την χρήσιν υβριστικής γλώσσης κατά του προσώπου οιουδήποτε Βουλευτού. 

 

Κεφάλαιον Β΄ Κοινοβουλευτικές Επιτροπές

ΜΕΡΟΣ Ι Σύσταση-Σύνθεση 

Ορισμός Προέδρου, Αναπληρωτή Προέδρου και μελών Κοινο- βουλευτικής Επιτροπής.

37. -(1) Η Επιτροπή Επιλογής ορίζει τον Πρόεδρο και τα μέλη κάθε Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, καθώς και το μέλος της που θα αναπληρεί τον Πρόεδρο σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος αυτού.

(2) Σε περίπτωση που ο Πρόεδρος και ο Αναπληρωτής Πρόεδρος Κοινοβουλευτικής Επιτροπής δεν παρευρίσκονται σε συνεδρίαση αυτής, τα καθήκοντα του Προέδρου ασκεί Βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας μέλος της οποίας προεδρεύει της Επιτροπής. Σε περίπτωση που δεν παρευρίσκεται Βουλευτής της εν λόγω κοινοβουλευτικής ομάδας, προεδρεύει της Επιτροπής ο μεγαλύτερος σε ηλικία παρευρισκόμενος Βουλευτής. 

 Άρνηση διορισμού σε Κοινοβουλευτική Επιτροπή.

38. Βουλευτής δεν μπορεί να αρνηθεί διορισμό σε οποιαδήποτε μόνιμη, ειδική ή προσωρινή Κοινοβουλευτική Επιτροπή, εκτός αν έχει ειδικούς λόγους και ικανοποιεί γι’ αυτό την Επιτροπή Επιλογής. 

ΜΕΡΟΣ ΙΙ Λειτουργία 

Σύγκληση συνεδρίας Κοινοβουλευτικής Επιτροπής.

39.-(1) Ο Πρόεδρος Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, ή σε περίπτωση απουσίας του ο αναπληρωτής του, συγκαλεί τις συνεδρίες της Επιτροπής και διευθύνει τη διεξαγωγή των εργασιών της. 

(2) Οι Επιτροπές συνεδριάζουν όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο κατόπιν αποφάσεως του Προέδρου ή ύστερα από αίτημα προς αυτόν μέλους που ενεργεί εξ ονόματος της κοινοβουλευτικής ομάδας στην οποία ανήκει ή ύστερα από αίτημα δύο μελών, νοουμένου ότι αυτό γνωστοποιείται έγκαιρα σε όλα τα μέλη της Επιτροπής. 

Τόπος συνεδριάσεως Επιτροπής.

39Α.-(1) Οι Επιτροπές συνεδριάζουν στο κτίριο της Βουλής των Αντιπροσώπων, εκτός αν για ειδικούς λόγους παρίσταται ανάγκη να συνεδριάσουν σε άλλο χώρο ή τόπο. Σε τέτοια περίπτωση αυτό αποφασίζεται από την Επιτροπή, η οποία γνωστοποιεί την απόφασή της στον Πρόεδρο της Βουλής. 

(2) Όταν μια Επιτροπή επισκέπτεται ένα χώρο, μπορεί να πραγματοποιήσει εκεί ανεπίσημη συνεδρία, όμως δεν αποφασίζει και δεν τοποθετείται στο θέμα που αποτελεί αντικείμενο της επίσκεψής της παρά μόνο σε κανονική συνεδρία της στο κτίριο της Βουλής. 

Απαρτία Κοινοβουλευτικής Επιτροπής.

40. Κάθε Κοινοβουλευτική Επιτροπή βρίσκεται σε απαρτία, αν παρίσταται το ένα δεύτερο τουλάχιστον του αριθμού των μελών της. 

Παραπομπή νομοσχεδίου, προτάσεως νόμου ή θέματος σε δύο ή περισσότερες Κοινοβουλευτικές Επιτροπές.

41.-(1) Με απόφαση της Βουλής οποιοδήποτε νομοσχέδιο, πρόταση νόμου ή θέμα μπορεί να παραπεμφθεί για συζήτηση σε δύο ή περισσότερες Κοινοβουλευτικές Επιτροπές. 

(2) Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε απόφαση που λαμβάνεται με βάση την προηγούμενη παράγραφο, για επεξεργασία οποιουδήποτε νομοσχεδίου, προτάσεως νόμου ή θέματος που εμπίπτει στην αρμοδιότητα δύο ή περισσότερων Κοινοβουλευτικών Επιτροπών, ο Πρόεδρος της Βουλής μπορεί να συγκαλεί κοινές συνεδρίες των αρμόδιων Κοινοβουλευτικών Επιτροπών. Σε περίπτωση που δεν παρευρίσκεται ο Πρόεδρος της Βουλής, της κοινής συνεδρίασης προεδρεύει ο Πρόεδρος της πρώτης Επιτροπής που αναφέρεται στην παραπομπή του θέματος. 

(3) Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή προχωρεί το συντομότερο στη μελέτη του παραπεμπόμενου σ’ αυτή θέματος, ετοιμάζει έκθεση το συντομότερο δυνατό και μεριμνά όπως αυτή κυκλοφορήσει αμέσως σε όλους τους Βουλευτές. 

Αυτεπάγγελτη εξέταση θεμάτων από Κοινοβουλευτική Επιτροπή.

41Α.-(1) Κάθε Κοινοβουλευτική Επιτροπή, εκτός από τα θέματα που παραπέμπει σ’ αυτήν η Βουλή, μπορεί αυτεπάγγελτα, κατά την άσκηση του κοινοβουλευτικού ελέγχου σε θέματα της αρμοδιότητάς της, με ομόφωνη απόφασή της να εξετάσει και οποιαδήποτε άλλα θέματα της αρμοδιότητάς της. 

(2) Στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει ομόφωνη απόφαση της Επιτροπής για την αυτεπάγγελτη εξέταση ενός θέματος, απαιτείται πρώτα να υποβληθεί γραπτή ή προφορική αιτιολογημένη πρόταση από έναν ή περισσότερους ενδιαφερόμενους Βουλευτές στον Πρόεδρο της οικείας Επιτροπής. Η πρόταση αυτή πρέπει να περιέχει στοιχεία που να συνιστούν εκ πρώτης όψεως υπόθεση για εξέταση. Μη αιτιολογημένη πρόταση ή πρόταση που εκφράζει μόνο απλή υποψία ή περιέχει στοιχεία που συνιστούν ζήτημα για απλή πληροφόρηση δεν μπορεί να εγκριθεί από την Επιτροπή. Αν η Επιτροπή αποφασίσει ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως θέμα που όμοιο ή παρόμοιό του δεν είναι ήδη εγγεγραμμένο στη Βουλή ή σε οποιαδήποτε Κοινοβουλευτική Επιτροπή, εγκρίνει κατά πλειοψηφία την εγγραφή του εν λόγω θέματος και το θέμα εγγράφεται στον κατάλογο των εκκρεμοτήτων της Επιτροπής.

Διαδικασία συζήτησης ενώπιον Κοινοβουλευτικής Επιτροπής. ΄Αδεια αγόρευσης/ ομιλίας στην Επιτροπή.

42.-(1) Βουλευτής ο οποίος έχει καταθέσει πρόταση νόμου ή έχει εγγράψει θέμα σε Κοινοβουλευτική Επιτροπή παρίσταται κατά τη συνεδρία αυτής αυτοπροσώπως, με σκοπό την υποστήριξη και ανάπτυξη της σχετικής πρότασης νόμου ή θέματος αντίστοιχα: Νοείται ότι, σε περίπτωση σοβαρού κωλύματος, ο Βουλευτής δύναται να αντιπροσωπευθεί από άλλο Βουλευτή της ίδιας πολιτικής κομματικής ομάδας. 

(2) Σε περίπτωση κατάθεσης νομοσχεδίου από την κυβέρνηση αποστέλλεται γνωστοποίηση για τη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής στον Υπουργό ο οποίος κατέθεσε το υπό συζήτηση νομοσχέδιο ή στην αρμοδιότητα του οποίου εμπίπτει το υπό συζήτηση θέμα. 

(3) Οι Υπουργοί μπορούν να παρίστανται στις συζητήσεις των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών και να εκφράζουν τις απόψεις τους. 

(4) Κάθε Κοινοβουλευτική Επιτροπή έχει δικαίωμα να καλεί οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο όργανο, αρχή, οργανισμό, σωματείο, σύνδεσμο προσώπων, συντεχνία ή φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για να παράσχει πληροφορίες και στοιχεία ή να εκφράσει και να αναπτύξει απόψεις ή γνώμες για οποιοδήποτε υπό συζήτηση νομοσχέδιο ή θέμα. 

(5) Για τους σκοπούς της διαδικασίας τους οι Κοινοβουλευτικές Επιτροπές λαμβάνουν υπόψη τα στοιχεία και τις πληροφορίες που κατατίθενται ενώπιόν τους ύστερα από δική τους απόφαση ή ως αποτέλεσμα παραστάσεων που γίνονται προς αυτές ή κατ΄ επίκληση της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας για την κατάθεση στοιχείων και πληροφοριών στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στις Κοινοβουλευτικές Επιτροπές. 

(6) ΄Οταν ένα πρόσωπο επιθυμεί να εκφράσει ή να αναπτύξει απόψεις ή γνώμες για ένα θέμα, το ζητά γραπτώς απευθυνόμενο στον Πρόεδρο της Επιτροπής μέσω του Διευθυντή της Υπηρεσίας Κοινοβουλευτικών Επιτροπών. 

(7) Επαφίεται στην ίδια την Επιτροπή να αποφασίσει την επιμέρους διαδικασία για τη λήψη των εν λόγω στοιχείων και πληροφοριών. 

(8) Ο Πρόεδρος της Επιτροπής καθιστά σαφές σε όσους επιθυμούν να καταθέσουν ενώπιον της Επιτροπής του ότι τα στοιχεία και οι πληροφορίες που καταθέτουν θα είναι προς δημόσια χρήση, εκτός αν οι ίδιοι ζητήσουν να θεωρηθούν εμπιστευτικά. Σε τέτοια περίπτωση τα κατατιθέμενα στοιχεία χαρακτηρίζονται και θεωρούνται στη συνέχεια εμπιστευτικά, χωρίς αυτό να παρεμποδίζει την πρόσβαση προς αυτά σε οποιοδήποτε μέλος του Σώματος. 

(9) ΄Οταν καλείται ένα Υπουργείο, κυβερνητικό τμήμα ή άλλος οργανισμός να προσέλθει στη συνεδρία μιας Επιτροπής, επαφίεται στο ίδιο το Υπουργείο, το κυβερνητικό τμήμα ή τον οργανισμό να αποφασίσουν το επίπεδο εκπροσώπησής τους στη συνεδρία της Επιτροπής: Νοείται ότι τα πιο πάνω δε στερούν το δικαίωμα στην Επιτροπή, εφόσον το θεωρεί σκόπιμο, να καλέσει σε ακρόαση συγκεκριμένα μέλη της κυβέρνησης ή της κυβερνητικής υπηρεσίας. 

(10) Μια Επιτροπή μπορεί να ζητήσει εκ των προτέρων την κατάθεση μνημονίου που να περιέχει τις απόψεις ενός Υπουργείου, κυβερνητικού τμήματος ή οργανισμού για το θέμα που θ΄ αποτελέσει το αντικείμενο της συνεδρίας της: Νοείται ότι, στις περιπτώσεις που οι απόψεις αυτές εκφράζονται διά ζώσης ενώπιον της Επιτροπής, τίποτε δε στερεί το δικαίωμα στον εκπρόσωπο οποιασδήποτε από τις εν λόγω υπηρεσίες να τις συνοδεύσει με γραπτό σημείωμα ή μνημόνιό του, το οποίο αποστέλλει στην Επιτροπή αμέσως μετά τη σχετική συνεδρία. 

(11) Μια Επιτροπή μπορεί, σε πρώτο στάδιο και αφού κυκλοφορήσουν σ΄ όλα τα μέλη της τα στοιχεία που κατατίθενται ενώπιόν της, να ζητήσει οποιεσδήποτε διευκρινίσεις από τα πρόσωπα που καταθέτουν τα στοιχεία αυτά και σε σχέση είτε με τα ίδια στοιχεία που έχουν κατατεθεί είτε με τυχόν νέα σημεία που προκύπτουν από τα στοιχεία αυτά. 

(12) Η παραπέρα αξιολόγηση των στοιχείων που κατατίθενται ενώπιον μιας Επιτροπής αποτελεί κατ΄ ιδίαν έργο των μελών της σε κατ΄ ιδίαν συνεδρία τους. 

(13) Ο Πρόεδρος μιας Επιτροπής καλεί τα πρόσωπα που προσέρχονται ενώπιόν της να εκφράσουν συνοπτικά και περιεκτικά τις απόψεις ή γνώμες τους και να καταθέσουν τα σχετικά στοιχεία και πληροφορίες για το εξεταζόμενο θέμα και ακολούθως δίνει το λόγο σε εκείνα τα μέλη της Επιτροπής που επιθυμούν να υποβάλουν ερωτήσεις για διευκρίνιση και μόνο των όσων έχουν εκφραστεί ή διατυπωθεί. 

(14) Τα μέλη της Επιτροπής αποφεύγουν, κατά το στάδιο αυτό, να εκφράσουν ή να αφήσουν να γίνουν γνωστές με οποιοδήποτε τρόπο οι θέσεις ή τα συμπεράσματά τους ως προς το συζητούμενο θέμα. 

(15) Αν, κατά τη γνώμη του Προέδρου μιας Επιτροπής, σ΄ ένα έγγραφο που κατατίθεται στην Επιτροπή γίνεται χρήση απρεπούς γλώσσας ή χρησιμοποιούνται απρεπείς φράσεις ή λέξεις που προσβάλλουν τη Βουλή ή άλλους θεσμούς, μπορεί να διατάξει την απόσυρση του εγγράφου ή τη διαγραφή των εν λόγω φράσεων ή λέξεων. Η απόφαση του Προέδρου της Επιτροπής κοινοποιείται στον Πρόεδρο της Βουλής.

(16) Κατά τις ακροάσεις σε μια Επιτροπή ο Πρόεδρος της Επιτροπής έχει ευθύνη και μεριμνά για την προστασία των προσκαλούμενων προσώπων από ανοίκειες εκφράσεις ή εκτόξευση κατηγοριών ή προσωπικών επιθέσεων. 

΄Αδεια αγόρευσης/ομιλίας στην Επιτροπή.

43.-(1) Τα μέλη μιας Επιτροπής, αφού πρώτα πάρουν το λόγο από τον Πρόεδρό της, περιορίζονται στο θέμα που εξετάζει η Επιτροπή. 

(2) Κάθε μέλος της Επιτροπής που λαμβάνει το λόγο διατυπώνει τις απόψεις ή τις παρατηρήσεις του απευθυνόμενο στο Προεδρείο και μέσω αυτού. 

(3) Δεν επιτρέπεται η διακοπή ενός μέλους που έχει το λόγο, εκτός αν αυτό επιτραπεί από τον Πρόεδρο της Επιτροπής. 

(4) Ο Πρόεδρος της Επιτροπής δικαιούται να αφαιρέσει το λόγο από μέλος που εκτρέπεται ή που κατά την κρίση του βρίσκεται εκτός θέματος ή εκτός τάξης.

Προσωπικά συμφέροντα ενός μέλους μιας Επιτροπής.

44. ΄Οταν ένα μέλος μιας Επιτροπής έχει άμεσο προσωπικό συμφέρον σε σχέση με το θέμα που η Επιτροπή του εξετάζει, οφείλει να το δηλώσει στον Πρόεδρο και στα μέλη της Επιτροπής κατά την έναρξη της συνεδρίας ή αμέσως μόλις διαφανεί από την τροπή της συζήτησης η ύπαρξη ενδιαφέροντος του μέλους.

Διαδικασία θέσεως μιας πρότασης σε ψηφοφορία.

45. ΄Οταν ο Πρόεδρος μιας Επιτροπής κρίνει ότι το θέμα έχει αρκούντως συζητηθεί, θέτει πρώτα σε ψηφοφορία πρόταση ότι η συζήτηση του θέματος έχει εξαντληθεί και αμέσως μετά θέτει το θέμα, χωρίς άλλη συζήτηση, σε ψηφοφορία για τελική τοποθέτηση.

Αποφάσεις Κοινοβουλευτικής Επιτροπής.

46. Οι αποφάσεις των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών λαμβάνονται με πλειοψηφία. Σε περίπτωση ισοψηφίας ο Πρόεδρος ή ο αναπληρών αυτόν έχει δεύτερη ή νικώσα ψήφο. Οι διαφωνίες μέλους Επιτροπής και οι λόγοι αυτών καταχωρούνται, με αίτησή του, συνοπτικά στην ΄Εκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής.

Δημοσιότητα συνεδριάσεων Κοινοβουλευτικής Επιτροπής και χειρισμός εμπιστευτικών εγγράφων.

46Α.-(1) Οι συνεδριάσεις των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών είναι δημόσιες, εκτός αν η οικεία Επιτροπή αποφασίσει διαφορετικά. 

(2) Ανεξάρτητα από την προηγούμενη παράγραφο, οι συνεδριάσεις των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών στο στάδιο της τοποθέτησης και λήψης απόφασης είναι πάντοτε κλειστές.

(3) ΄Οταν ένα έγγραφο που χαρακτηρίζεται εμπιστευτικό κυκλοφορήσει στα μέλη της Επιτροπής, δεν επιτρέπεται η γνωστοποίηση του περιεχομένου του σε οποιοδήποτε μη Βουλευτή, εκτός αν και στο βαθμό που ο Πρόεδρος της Επιτροπής το επιτρέψει.

(4) Σε περίπτωση διαρροής τέτοιου εγγράφου ο Πρόεδρος της Βουλής μεριμνά για τη διερεύνηση του θέματος και υποβάλλει σχετική έκθεση στην ολομέλεια της Βουλής.

Λειτουργία υπεπιτροπών.

46Β.-(1) Μια Επιτροπή μπορεί με απόφασή της να αναθέσει τη μελέτη ενός ή περισσότερων θεμάτων σε υπεπιτροπές αποτελούμενες από μέλη της. Περαιτέρω, με απόφασή της η Επιτροπή μπορεί να επεκτείνει ή να τροποποιήσει τους όρους εντολής ή να διαλύσει τις υπεπιτροπές. Οι τελευταίες υποβάλλουν τα πορίσματα της μελέτης τους σε όλα τα μέλη της Επιτροπής, πριν η τελευταία συνέλθει για να αποφασίσει επί του θέματος.

(2) Κατά τον καταρτισμό μιας υπεπιτροπής ο Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζει τον Πρόεδρό της.

(3) Για τη σύνθεση και τη διαδικασία των υπεπιτροπών θα ακολουθείται κατά το δυνατόν η ίδια διαδικασία που εφαρμόζεται στις Επιτροπές.

Πρακτικά συνεδρίας Κοινοβουλευτικής Επιτροπής.

47.-(1) Τα πρακτικά των συνεδριάσεων των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών τηρούνται συνοπτικά. Κατ΄ εξαίρεση μια Επιτροπή μπορεί, αν το θεωρήσει αναγκαίο, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα του συζητούμενου θέματος, να διατάξει την τήρηση κατά λέξη πρακτικών.

(2) Ο Πρόεδρος κάθε Κοινοβουλευτικής Επιτροπής μεριμνά για την αποστολή προς όλα τα μέλη της αντιγράφου των τηρηθέντων πρακτικών. Τα πρακτικά αυτά θεωρούνται εμπιστευτικά και δεν κυκλοφορούν σε κανένα μη μέλος της Βουλής χωρίς τις οδηγίες του Προέδρου της Βουλής.

΄Εκθεση Κοινοβουλευτικής Επιτροπής.

47Α.- (1) Μετά την ολοκλήρωση της μελέτης ενός θέματος ετοιμάζεται έκθεση της Επιτροπής προς την ολομέλεια του Σώματος.

(2) Το προσχέδιο της έκθεσης ετοιμάζεται από τη γραμματεία της και κυκλοφορεί σε όλα τα μέλη της Επιτροπής για έγκριση του κειμένου. ΄Οταν παρέλθει το χρονικό διάστημα που η Επιτροπή καθόρισε για έγκριση του κειμένου μιας έκθεσης χωρίς οποιεσδήποτε προτάσεις για διαφοροποίηση ή προσθήκη, το κείμενο του προσχεδίου θεωρείται ότι υιοθετείται από όλα τα μέλη της Επιτροπής και κυκλοφορεί σε όλα τα μέλη του Σώματος.

(3) Σε περίπτωση που η Επιτροπή αποφασίσει να εξετάσει το προσχέδιο μιας έκθεσης, αυτό υποβάλλεται στην Επιτροπή για τελική έγκριση.

(4) Το μέλος της Επιτροπής που διαφωνεί με το περιεχόμενο της έκθεσης της Επιτροπής ή που επιθυμεί να διατυπώσει διαφορετικές θέσεις ή απόψεις, μπορεί να παραθέσει συνοπτικά τη δική του θέση, η οποία ενσωματώνεται στο κείμενο της σχετικής έκθεσης.

(5) Υπεύθυνος για την παρουσίαση ενώπιον της ολομέλειας του Σώματος της έκθεσης μιας Επιτροπής είναι ο Πρόεδρός της ή το μέλος εκείνο της Επιτροπής που τον αντικαθιστά σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο απουσιάζει.

(6) Ο Πρόεδρος μιας Επιτροπής μπορεί να διατάξει τη διόρθωση λαθών που παρεισφρέουν σε μια έκθεση της Επιτροπής του, εφόσον τα λάθη αυτά είναι καθαρά τυπικά και δεν επηρεάζουν την ουσία του περιεχομένου μιας έκθεσης.

Εξέταση υπομνημάτων/ παραστάσεων προς την Επιτροπή.

48.-(1) ΄Ολα τα υπομνήματα που απευθύνονται στις Επιτροπές τίθενται ενώπιον της γραμματείας των Επιτροπών, η οποία τα διαβιβάζει σε όλα τα μέλη της Επιτροπής. Αν από την προκαταρκτική εξέτασή τους προκύπτουν πράγματι ζητήματα για περαιτέρω διερεύνηση, τότε το όλο θέμα τίθεται ενώπιον της Επιτροπής η οποία και αποφασίζει για το τι δέον γενέσθαι:

Νοείται ότι οι Επιτροπές ή η γραμματεία τους δεν εξετάζουν παραστάσεις που υποβάλλονται ανώνυμα στις Επιτροπές ή παραστάσεις που κοινοποιούνται σ΄ αυτές, εκτός αν από τις τελευταίες κριθεί ότι εγείρονται ζητήματα προς εξέταση.

(2) Ο ενδιαφερόμενος αιτητής πληροφορείται το ταχύτερο δυνατό για το αποτέλεσμα της διερεύνησης του θέματος που έχει εγείρει.


ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ
spacer
Βουλή των Αντιπροσώπων © Πνευματικά δικαιώματα 2017
spacer
Δημιούργημα της: Dynamic Works | Με την ισχύ του DWCMS