ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Βουλή των Αντιπροσώπων

Βουλή των Αντιπροσώπων

Σπίτι του Πολίτη

Ιστορικά

Ιστορικά

Σύντομη περιγραφή

Το Σπίτι του Πολίτη εγκαινιάστηκε στο κέντρο της Λευκωσίας το 2019.

Ανταποκρινόμενη στην ανάγκη δημιουργίας μόνιμου διαύλου διαλόγου με τους πολίτες, η Βουλή των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας προχώρησε στην αποκατάσταση ενός σημαντικού αποικιακού κτηρίου, προκειμένου να διευκολύνει μια διαδραστική επικοινωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και της κοινωνίας των πολιτών. Το σπίτι του Πολίτη έχει επίσης σχεδιαστεί για να λειτουργεί ως κόμβος για τον καινοτόμο θεσμό της «Παράλληλης Βουλής» που ξεκίνησε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων το 2018, με στόχο να προσελκύσει τους πολίτες, μέσω μιας δυναμικής και χωρίς αποκλεισμούς δημοκρατικής διαδικασίας, στην ευρύτερη σφαίρα των δημοσίων υποθέσεων.

Παρέχοντας την απαραίτητη υποδομή, το έργο επιδιώκει να τονίσει και να ενθαρρύνει την πολιτική συμμετοχή σε επίπεδο βάσης και τη μεταφορά του σε συστημικό επίπεδο σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης. Οι βασικοί τομείς εστίασης περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την προώθηση πολιτικών που προστατεύουν την υλική και άυλη κληρονομιά και το σχεδιασμό και την προώθηση οριζόντιων πολιτικών για την αειφορία, σύμφωνα με τους στόχους αειφόρου ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (SDGs) και την ατζέντα του 2030.

Ιστορία του κτιρίου

Το «Σπίτι του Πολίτη» είναι ένα ιστορικό κτήριο σε κοντινή απόσταση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και το Αρχαιολογικό Μουσείο της Κύπρου. Το κτίριο, σύμφωνα με τον τίτλο ιδιοκτησίας που εκδόθηκε από τη βρετανική αποικιακή διοίκηση του νησιού, είχε αρχικά καταχωρηθεί το 1926 και είναι ένα τυπικό παράδειγμα της αποικιακής αρχιτεκτονικής της εποχής, ενσωματώνοντας τοπικά στοιχεία και υλικά στο σχεδιασμό του. Είναι ένα κτίριο που συνδέεται στενά με μεγάλα γεγονότα που έχουν διαμορφώσει τη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου: ήταν η κατοικία του πρώτου Γενικού Εισαγγελέα της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας, του Κρίτωνα Γ. Τορναρίτη που υπηρετούσε από το 1960 έως το 1984 και ως τέτοιο, λειτούργησε σαν τόπος συνάντησης για συζητήσεις σχετικά με το Σύνταγμα και τη σύνταξη νομοθεσίας για τη νεοσυσταθείσα Δημοκρατία. Το 1969 το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως έδρα για εργασίες υποεπιτροπών που εξέταζαν ζητήματα συνταγματικής και τοπικής αυτοδιοίκησης. Αυτές οι υποεπιτροπές συγκλήθηκαν στο πλαίσιο των διακοινοτικών συνομιλιών που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των δύο κοινοτήτων της Κύπρου υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, μεταξύ του 1968 και του 1970.

Μετά την εισβολή του 1974 και την επακόλουθη κατοχή από την Τουρκία του βόρειου τμήματος του νησιού, το κτίριο χρησιμοποιήθηκε για τη στέγαση οικογενειών προσφύγων, καθώς περίπου 220.000 άτομα είχαν εκτοπιστεί και χρειάζονταν άμεσο καταφύγιο. Το 1986 ανακηρύχθηκε «διατηρητέο κτίριο» από τις αρμόδιες κυβερνητικές αρχές.

Ωστόσο, τις δεκαετίες που ακολούθησαν, σταδιακά εγκαταλείφθηκε και αφέθηκε. Το 2018, η Βουλή των Αντιπροσώπων ανέλαβε την πρωτοβουλία να αποκαταστήσει το κτίριο παρέχοντας έτσι έναν φυσικό χώρο για να διευκολύνει την άμεση αλληλεπίδραση των πολιτών με τη Βουλή των Αντιπροσώπων μέσω του καινοτόμου θεσμού της «Παράλληλης Βουλής».

Μετά την αποκατάστασή του, το κτίριο είναι πλέον εξοπλισμένο για να φιλοξενεί εκθέσεις, συναντήσεις, καθώς και συνεντεύξεις τύπου και μια ποικιλία άλλων εκδηλώσεων. Επιπλέον, συνδέεται ηλεκτρονικά με το Σώμα παρέχοντας άμεση πρόσβαση σε πληροφορίες, που κυμαίνονται από το τρέχον νομοθετικό έργο του Κοινοβουλίου έως την ιστορία και την ψηφιοποιημένη βιβλιοθήκη του.

Το πρόσφατα ανακαινισμένο κτίριο κατέχει δεσπόζουσα θέση στο κέντρο της Λευκωσίας, λίγο έξω από το τείχος της παλιάς πόλης, λίγα μόλις μέτρα μακριά από την προστατευτική ζώνη που χωρίζει την πρωτεύουσα της Κύπρου σε δύο. Η αποκατάσταση και η χρήση του το καθιστούν ένα εύκολα προσβάσιμο νέο σημείο αναφοράς για τους πολίτες, παρέχοντας προστιθέμενη αξία σε μια περιοχή με προϋπάρχοντες πολιτιστικούς και διοικητικούς χώρους, όπως το Αρχαιολογικό Μουσείο Κύπρου και το Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας.